Αφιέρωμα στη
Σαντορίνη (Απόσπασμα)
Του Ηλία Βενέζη (1904-1973)
[...]άξαφνα σιγανός, σιγανότατος ψίθυρος,
ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της
θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς.
Κάτω απ’ τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Ορθοδοξίας,
βεβαίωση της συνέχειας της ανένδοτης, ώ τι συγκίνηση που ήταν!
Σαν αέρας βίαιος να
μας έσεισε. Κάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Και τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας,
όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η
"Θεοσκέπαστη". Πάνω απ’ τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ’
το ηφαίστειο.
Oι ύμνοι τώρα
έρχονταν πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό,
κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Ελλήνων. Μοναχά ένα
ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο με δυο όφεις. Και μπρος στο Ιερό, κάτω απ’
το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι,
απορροφημένες στη δέησή τους, μόνες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξυπόλυτες,
οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε
τα τροπάρια απ’ τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της.
Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των
υδάτων"1 όλα ήταν κατάνυξη και ερημιά. Οι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του
Μικρού Παρακλητικού Κανόνος:
"Προστασίαν και
σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Παρθένε, συ με κυβέρνησον προς τον
λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι
πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".
Άκουσαν τα βήματά
μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:
σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.
Μας συνεπήρε κ’ εμάς
το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ’
εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.
Σαν τέλειωσε η
παράκληση και οι γυναίκες σηκωθήκαν απ’ τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο
πρόσωπό τους πολλή. Μας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H
μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει
γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Κάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα το νησί,
με τα πόδια, ν’ ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι και φέτος ξεκινήσανε.
Με τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ’ τον Πύργο, ξυπόλυτες, κ’ η σκόνη σκέπαζε τα
σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ’ τη χάρη της, μετά τη
Θεοσκέπαστη, θ’ ανηφορίζαν για τ’ άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.
Bγάλανε απ’ το
μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της
Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ᾿ τη μικρή στέρνα,
νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το
είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Μα επιμείνανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς
μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σα να το γυρεύαν για χάρη.
"Tώρα μας ένωσε
η Θεοσκέπαστη", είπαν.
Αποχαιρετιστήκαμε. Εμείς μείναμε να ζήσουμε
λίγο ακόμα στη Θεοσκέπαστη, μια ακόμα ελληνική ώρα. Καθώς έβλεπα ν’
ανηφορίζουνε το, σκαλισμένο στο βράχο, μονοπάτι του Σκάρου οι μαυροφορεμένες,
ξυπόλυτες γυναίκες της Σαντορίνης, πηγαίνοντας ν’ ανάψουν τα καντήλια στ’ άλλα
εξωκλήσια, ικέτιδες για τα παιδιά τους, πεινασμένες, διψασμένες στην άνυδρη γη
τους, -θυμήθηκα απότομα τη μακρινή μεγάλη πόλη, την πρωτεύουσα των Ελλήνων. Ώ,
τι ξένη πόλη, ξεκομμένη απ’ τον κορμό της Ελλάδας, απληροφόρητη για τα βάσανά
της, για την πικρία και την καρτερία της, αδιάφορη και αλαζών, αυτή η πόλη
των Αθηνών!
Περιοδικό Νέα Εστία,
τεύχ. 698 (1η Αυγούστου 1956)